4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Δεν τελείωσε...

Δεν τελείωσε...

Νομίζω ότι ήταν το 2007, όταν μεταφράστηκε στα ελληνικά το «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής»του Philip Roth. Ο καμβας συνηθισμένος , αλλά  η ιστορια φάνταζε αδιανοητη. Ο Λίντμπεργκ, ο διάσημος αεροπόρος που με το μικρο αεροπλάνο του  εκανε τον Ατλαντικό  «στενότερο», υποστηριζόμενος από την οργάνωση «Πρώτα η Αμερική» κέρδισε τον Ρούσβελτ . Έτσι οι  ΗΠΑ και με επιχείρημα ότι  «...δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στα φυσικά πάθη και τις προκαταλήψεις άλλων λαών να οδηγήσουν τη χώρα μας στην καταστροφή...»,μπήκαν στην εποχή των αποκλεισμών και των διώξεων.

Το 2016 , ο Τραμπ εκλέχθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ με το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική». Σήμερα αν και  δεν επανεξελέγη , δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ασπάζονται τα «πιστεύω» του δισεκατομμυριούχου προέδρου για το «Αμερικάνικο Όνειρο» χωρίς καμμία επιφύλαξη. Στην πραγματικότητα, είναι οι «χρυσες εφεδρείες» του Τραμπισμού, οι οποίες με την πρώτη ευκαιρία θα ενεργοποιηθούν και αυτό θα συμβεί  αν οι αμερικάνοι απογοητευτούν από την απροθυμία της νέας τους διοικησης, να αντιμετωπίσει τη γενεσιουργό αιτία της γέννησης του Τραμπισμού : Την Ανισότητα.

‘Οταν ο Τραμπ έγινε ένοικος του Λευκού Οίκου, η εμπιστοσύνη των αμερικανών στα  θεσμικά όργανα ήταν στο ναδιρ. Αυτό προφανώς υπονοούσε και ο  ο Francis Fukuyama όταν το  2016 περιεγραφε το λαϊκισμό ως την «... ετικέτα που οι πολιτικές ελίτ αποδίδουν στις πολιτικές που υποστηρίζονται από τους απλούς πολίτες και δεν τους αρέσουν...»

Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι διαπίστωναν ότι η ανάπτυξη, έπαψε να είναι το "διαβατήριο" με το οποίο εξασφάλιζαν την είσοδο σε έναν καλύτερο κόσμο. Τα κέρδη από την ανάπτυξη όχι μόνο δεν διανέμονταν  με στοιχειώδη δικαιοσύνη αλλά  η εξάρτηση των πολιτικών ελίτ  από τα συμφέροντα του μεγάλου πλούτου μεγάλωνε . Ο ενδημικός ρατσισμός επέμενε και η οικονομική ανισότητα βάθαινε, παράγοντας ριζικά ανόμοια αποτελέσματα για διαφορετικές ομάδες Αμερικανών. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η επακόλουθη διάσωση για τις τράπεζες, επιτάχυναν την τάση προς την ανισότητα και βάθυναν τη δυσπιστία προς τις πολιτικές ελίτ.Το χάσμα μεταξύ των περιουσιών των ελίτ και εκείνων των υπόλοιπων πολιτών, ήταν πλέον  το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της  πολιτικής.

 Τα αποτελέσματα των φετινών αμερικανικών εκλογών έδειξαν ότι οι ρίζες του Τραμπισμού είναι πολύ βαθιές. Αυτό δεν οφείλεται σε "διαστροφή" αλλά στην απροθυμία των ελίτ να αντιμετωπίσουν την οικονομική περιθωριοποίηση όλο και περισσότερων ανθρώπων.Τα εισοδήματα της εργατικής τάξης έχουν μειωθεί κατά την τελευταία γενιά, πιο δραματικά για τους λευκούς άνδρες με μέση ή κατώτερη εκπαίδευση. Γι’ αυτήν την ομάδα, το σύνθημα του Τραμπ, «Κάνε την  Αμερική Μεγάλη πάλι!» έχει πραγματικό νόημα.

Στη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια ευρεία συζήτηση στις ΗΠΑ , για την ανάδυση μιας αφροαμερικανικής κατώτερης τάξης,  υποαπασχολούμενων και με χαμηλές δεξιότητες, στην οποία η φτώχεια ήταν αυτοαναπαραγόμενη. Σήμερα, η λευκή εργατική τάξη είναι σχεδόν στην ίδια θέση όπως ήταν τότε η μαύρη κατώτερη τάξη.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τις προκριματικές εκλογές του 2016 στο Νιου Χαμσάιρ -μια πολιτεία που είναι τόσο λευκή και αγροτική όσο οποιαδήποτε άλλη στις ΗΠΑ- πολλοί Αμερικανοί είχαν μάλλον εκπλαγεί από το γεγονός, ότι η πιο σημαντική ανησυχία των ψηφοφόρων ήταν ο εθισμός στην ηρωίνη. Στην πραγματικότητα, ο εθισμός στα οπιοειδή και τη μεθαμφεταμίνη, έχει γίνει τόσο επιδημικός στις αγροτικές κοινότητες των λευκών σε πολιτείες όπως η Ιντιάνα και το Κεντάκι, όπως ήταν το κρακ στα κέντρα των πόλεων πριν από μια γενιά. Μια  μελέτη από τους οικονομολόγους Anne Case και Angus Deaton, έδειξε ότι τα ποσοστά θανάτου για τους λευκούς μη-ισπανόφωνους μεσήλικες άνδρες στις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν μεταξύ του 1999 και του 2013, ακόμα και ενώ έπεφταν για σχεδόν κάθε άλλη πληθυσμιακή ομάδα σε κάθε άλλη πλούσια χώρα. Οι αιτίες αυτής της αύξησης φαίνεται να είναι οι αυτοκτονίες, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ -σχεδόν μισό εκατομμύριο επιπλέον θάνατοι πάνω από ό, τι θα αναμενόταν. Και τα ποσοστά εγκληματικότητας σε αυτήν την ομάδα έχουν εκτιναχθεί στα ύψη, επίσης.Αυτή η όλο και πιο ζοφερή πραγματικότητα όμως, μόλις και μετά βίας απασχόλησε τις αμερικανικές ελίτ .

Οι κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί , έχουν κάνει πολλούς να αναρωτιούνται : Γιατί η έκρηξη του λαϊκισμού δεν συνεβη  πολύ νωρίτερα; Και η απαντηση στο ερώτημα αυτο αναδεικνύει την πραγματικότητα όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και στην –υποτιθέμενη κοινωνική - ΕΕ.Πλέον όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι κανένα πολιτικό κόμμα δεν έχει υπηρετήσει καλά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες πληθυσμου που στρέφονται στους «λαϊκιστες».

Ουσιαστικά οι πολιτικές ελίτ έχουν οικειοποιηθεί την ατζέντα των οικονομικών ελιτ και  πολιτεύονται σε αντίθεση με τα άμεσα συμφέροντα των πολλών . Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η στροφή υπέρ της αγοράς έχει ασκήσει καθοδική πίεση στα εισοδήματα της μεσαίας και της χαμηλότερης οικονομικά  τάξης, τόσο με την έκθεση στον πιο αδίστακτο τεχνολογικό και παγκόσμιο ανταγωνισμό όσο και αναστέλλοντας διάφορες προστασίες και κοινωνικά οφέλη. Γι’ αυτο οι άνθρωποι αυτοί εκφράζουν τη  σαφή προτίμηση τους, για περισσότερο εθνικιστικές οικονομικές πολιτικές.

Ο Τραμπ και ο Τραμπισμός είναι αμερικανικά φαινόμενα, αλλά προέκυψαν σε ένα πλαίσιο που είναι αναμφισβήτητα παγκόσμιο. Υπό τον Μπόρις Τζόνσον στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Κόμμα των Τόρι μεταμορφώνεται με τρόπο παρόμοιο, αν και πιο καλοήθη από αυτόν του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Η γαλλική δεξιά έπεσε πίσω από τον Εθνικό Συναγερμό (το νέο όνομα για το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο). Και η τουρκική δεξιά έχει αναμορφωθεί στην εικόνα ενός αυταρχικού, του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μαζί, αυτές και άλλες περιπτώσεις καταδεικνύουν όχι μόνο την πόλωση, αλλά και το πλήρες ξήλωμα της παλιάς πολιτικής τάξης.
 
Δεν είναι αυτονόητο το πώς και το γιατί συνέβη αυτό το ξήλωμα. Το πρώτο μέρος για να κοιτάξει κανείς για μια απάντηση είναι στις σημαντικότερες, διασταυρούμενες οικονομικές τάσεις της σημερινής εποχής: την παγκοσμιοποίηση και την άνοδο των τεχνολογιών ψηφιακού και αυτοματισμού, που αμφότερες έχουν προκαλέσει γρήγορες κοινωνικές αλλαγές σε συνδυασμό με μη κατανεμημένα κέρδη και οικονομικές διαταραχές. Καθώς τα θεσμικά όργανα αποδείχθηκαν ανίκανα ή απρόθυμα να προστατεύσουν όσους πάσχουν από αυτούς τους μετασχηματισμούς, κατέστρεψαν επίσης την εμπιστοσύνη του κοινού στα κατεστημένα κόμματα, στους ειδικούς που ισχυρίζονται ότι κατανοούν και βελτιώνουν τον κόσμο, και στους πολιτικούς που φαίνονται συνένοχοι στις πιο αποδιοργανωτικές αλλαγές και σε συμπαιγνία με εκείνους που έχουν επωφεληθεί κρυφά από αυτούς.
 
Από αυτήν την οπτική γωνία, δεν αρκεί να καταδικάσουμε την κατάρρευση της πολιτικής συμπεριφοράς ούτε καν να νικήσουμε τους τοξικούς λαϊκιστές και τους αυταρχικούς ισχυρούς. Όσοι επιδιώκουν να στηρίξουν τους δημοκρατικούς θεσμούς πρέπει να οικοδομήσουν νέους που να μπορούν να ρυθμίσουν καλύτερα την παγκοσμιοποίηση και την ψηφιακή τεχνολογία, αλλάζοντας την κατεύθυνση και τους κανόνες τους, έτσι ώστε η οικονομική ανάπτυξη που καλλιεργούν να ωφελεί περισσότερους ανθρώπους (και ίσως να είναι ταχύτερη και συνολικά υψηλότερης ποιότητας γενικά). Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης στους δημόσιους θεσμούς και τους ειδικούς απαιτεί αποδείξεις ότι εργάζονται για τον λαό και με τον λαό.

Για τον λόγο αυτό , αν αναζητήσει κανείς υπεύθυνους θα τους ανακαλύψει τόσο στις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις οσο και στις προοδευτικές . Και αν για τις πρώτες αυτό  είναι  αναμενόμενο, για τις  δεύτερες  είναι  απρόσμενο , απροσδόκητο και αναπάντεχο .Υπό το πρίσμα αυτό έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης  για την απογοήτευση και την αποδοκιμασία.Από την άνοδο του «τρίτου δρόμου» του Μπιλ Κλίντον, οι ελίτ έχουν αγκαλιάσει τη  νεοφιλελεύθερη εκδοχή του Ρέιγκαν άλλοτε με επιχείρημα την Αποτελεσματικότητα και άλλοτε με τον  Ρεαλισμό . Έγιναν  συνένοχοι στη διάλυση των ρυθμίσεων για τις τράπεζες , στην υποαπασχόληση , στη δραστική μείωση των εισοδημάτων , στους αποκλεισμούς απο τα συστήματα υγείας, στις ιδιωτικοποιήσεις , ... Και αυτό δεν αφορά μόνο τους σοσιαλδημοκράτες αλλά και την Αριστερά, που κυβέρνησε έχοντας εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας. Πλέον με τον  κορονοϊό να οδηγεί ακόμα περισσότερους στο περιθώριο, κανείς δεν μπορεί να υποδύεται τον έκπληκτο και τον αθώο για όσα θα έλθουν .