4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Η κρίση των πετρελαιοπαραγωγών

Η κρίση των πετρελαιοπαραγωγών
Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου δεν έχει καταρρεύσει ποτέ στην ιστορία τόσο απότομα όπως τώρα. Η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία παρέχει σχεδόν το 60% της παγκόσμιας ενέργειας, κατακλύζεται από μια διπλή κρίση που θα είχε απορριφθεί ως αδιανόητη στις αρχές του τρέχοντος έτους. Ένας πόλεμος τιμών, με τις παραγωγούς χώρες να μάχονται για μερίδιο αγοράς, έχει ενσωματωθεί στην ευρύτερη κρίση της πανδημίας του καινοφανούς κορωνοϊού και σε αυτό που πιθανώς θα είναι η χειρότερη ύφεση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η προκύπτουσα κατάρρευση της ζήτησης θα είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε έχει καταγραφεί από τότε που το πετρέλαιο έγινε παγκόσμιο εμπόρευμα. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη μειωθεί κατά τα δύο τρίτα από τις αρχές του 2020 και εξακολουθούν να πέφτουν. Η μείωση της παγκόσμιας κατανάλωσης μόνο τον Απρίλιο θα είναι επτά φορές μεγαλύτερη από τη μεγαλύτερη τριμηνιαία υποχώρηση μετά την οικονομική κρίση του 2008-9. Σε περιοχές που δεν έχουν πρόσβαση σε δεξαμενές [αποθήκευσης] και αγορές, η τιμή ενός βαρελιού πετρελαίου θα μπορούσε να πέσει στο μηδέν.
Τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, η παραγωγή πετρελαίου των ΗΠΑ έφθασε στο υψηλότερο επίπεδό της, στα 13,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως -σημαντικά περισσότερο από τους άλλους κορυφαίους παγκόσμιους παραγωγούς, την Σαουδική Αραβία και την Ρωσία. Το ρεκόρ αυτό ήρθε μετά από μια δεκαετία κατά την οποία, λόγω της σχιστολιθικής επανάστασης που ενεργοποιήθηκε από τις νέες τεχνικές fracking [στμ: υδραυλικής ρηγμάτωσης], οι Ηνωμένες Πολιτείες πήγαν από το να είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσμίως στο να γίνουν ένας σημαντικός εξαγωγέας.
Η τελευταία κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου, η οποία ξεκίνησε το 2014 ως αποτέλεσμα της αύξησης της προσφοράς, έληξε τελικά το 2016 με την εμφάνιση μιας νέας τάξης στο διεθνές πετρέλαιο –τον OPEC+. Πρόκειται για μια συμφωνία μεταξύ των 11 μελών του ΟΠΕΚ και δέκα χωρών που δεν είναι μέλη του ΟΠΕΚ για να μειώσουν από κοινού την παραγωγή, προκειμένου να σταθεροποιηθεί η πτωτική αγορά. Μερικές φορές αποκαλούμενος ως η Συμμαχία της Βιέννης λόγω του τόπου της δημιουργίας του, ο ΟΠΕΚ+ ήταν στα θεμέλιά του σαουδο-ρωσικής καταγωγής, με τους τότε μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου (και μακροχρόνιους ανταγωνιστές) να αγκαλιάζουν τη νέα συνεργασία. Παρείχε επίσης ένα άνοιγμα για μια στρατηγική σχέση, δίνοντας στην Ρωσία ένα άνοιγμα για την οικοδόμηση δεσμών με έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή και επίσης για να προσελκύσει σαουδαραβικές επενδύσεις. Για την Σαουδική Αραβία, ήταν ένας τρόπος να αντισταθμίσει την σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να κερδίσει κάποια μόχλευση στην αντιπαλότητά της με το Ιράν.
 
Αλλά η πρώτη φάση της κρίσης του κορωνοϊού, δηλαδή η επιδημία στην Κίνα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, έσπασε την συμμαχία. Η Κίνα, η μεγαλύτερη αναπτυσσόμενη αγορά για το πετρέλαιο όλου το κόσμου, έκλεισε ξαφνικά. Αντί της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης, όπως αναμενόταν, η ζήτηση μειώθηκε κατά μια πρωτοφανή ποσότητα έξι εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως στο πρώτο τρίμηνο του 2020.
 
Στις αρχές Μαρτίου, στις συνεδριάσεις του ΟΠΕΚ και του ΟΠΕΚ+ στη Βιέννη, η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία άρχισαν συζητήσεις για το πώς θα ανταποκριθούν. Γρήγορα έγινε σαφές ότι είχαν πολύ διαφορετικές προοπτικές. Ο ρωσικός προϋπολογισμός βασιζόταν σε αυτό που θεωρείτο ως η σχετικά χαμηλή τιμή των περίπου 42 δολαρίων το βαρέλι. Εν τω μεταξύ, η Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, χρειαζόταν υψηλότερες τιμές γύρω στα 80 δολάρια το βαρέλι για να εξισορροπήσει τον προϋπολογισμό της. Ως εκ τούτου, η Σαουδική Αραβία ήθελε βαθιές περικοπές στην παραγωγή, προκειμένου να προσπαθήσει να βάλει ένα πάτωμα κάτω από την τιμή˙ η Ρωσία, προφασιζόμενη την αβεβαιότητα, αλλά υποθέτοντας ότι ο αντίκτυπος του κορωνοϊού θα ήταν πολύ μεγαλύτερος και ότι θα επηρέαζε την ζήτηση παγκοσμίως, επιχείρησε να διατηρήσει την υπάρχουσα συμφωνία μέχρι τον Ιούνιο και στην συνέχεια να δει πού θα βρίσκονται τα πράγματα.Η Σαουδική Αραβία επέμεινε στις περικοπές. Η Ρωσία είπε κατηγορηματικά όχι. Και έτσι ο ΟΠΕΚ+ διχάστηκε.