4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Οι κουτοπονηριές του ...Σουλτάνου

Οι κουτοπονηριές του ...Σουλτάνου
Κλιμάκωση των προκλήσεων στο Αιγαίο πρωθεί ο Ερντογάν καθώς θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό μπορεί να πετύχει -με ελάχιστο κόστος-πολλαπλούς στόχους:να πιέσει την ΕΕ και την Ελλάδα , να συσπειρώσει τους εθνικιστές ,να  δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα ενοψη του δημοψηφίσματος και να αποφύγει την προοπτική της ασφυκτικής απομόνωσης η οποία ήδη τον έχει αναγκάσει να ανακρούσει πρύμνα στα μέτωπα που έχει ανοικτά στην Συρία,στο Ιράκ και το Ιράν. 
 
Στην πραγματικότητα, οι προκλήσει  δεν είναι τίποτε άλλο παρά η άλλη όψη της πολιτικής στροφής που έχει ξεκινήσει στην Μέση Ανατολή όπου ουσιαστικά έχει συρθεί απο την Μόσχα σε υποχωρήσεις οι οποίες φάνταζαν αδιανόητες πριν 18 μήνες. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι σε λίγους μόνο μήνες ο κ.Ερντογάν υπο την πίεση της Ρωσίας αποδέχθηκε την παρουσία του Άσαντ στην Συρία,αποδέχθηκε τους Κούρδους ως συνομιλητές στο Ιράκ ενώ  προσπαθεί να συνδιαλαγεί με την ιρακινή κυβέρνηση σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει και ένα μέρος του κουρδικού προβλήματος. 
 
Αυτή η "επίθεση φιλίας" που έχει ξεκινήσει στην Μέση Ανατολή ουσιαστικά του λύνει τα ΄χερια για να επιστρέψει στο μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου όπου το Κυπριακό και το Αιγαίο προσφέρονται για ...ελεγχόμενες κρίσεις οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να συσπειρώσει το εσωτερικό μέτωπο. Και σίγουρα , μία ένταση με την Ελλάδα τον βοηθά για να αντιμετωπίσει την αντιπολίτευση αλλά και για να συσπειρώσει τους εθνικιστές οι οποίοι του είναι χρήσιμοι στην προσπάθεια του να γίνει ο ....Σουλτάνος της Τουρκίας. Και φυσικα, τόσο η στάση της Ελλάδας στο θέμα της εκδοσης των τούρκων στρατιωτικών όσο και το Κυπριακό ήταν καλές ευκαιρίες για να επιστρέψει σε γνώριμα μονοπάτια.
 
Η χρονική στιγμή  της νέας στρατηγικής  της Τουρκίας στην Μ. Ανατολή, δεν είναι τυχαία. Η συνεργασία με τον κ. Πούτιν και η άμβλυνση των προστριβών με το Ιράκ, σηματοδοτεί μία προσπάθεια κατευνασμου. Αιτία το γεγονός ότι  η Τουρκία αντιμετωπίζει αυξανόμενη βία, αστάθεια και οικονομική αναταραχή εγχωρίως. Ο  Ερντογάν λοιπόν έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τώρα είναι η ώρα για να επανέλθει στην πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες». Σήμερα, με κατακόρυφη πτώση της λίρας  και μια συρρικνούμενη οικονομία, υπάρχει λίγη υποστήριξη από τους Τούρκους για έναν τέτοιο τυχοδιωκτισμό. Ακόμη και πριν τα οικονομικά δεινά αρχίσουν να δημιουργούν το κόστος τους, μια δημοσκόπηση του 2012 διαπίστωνε ότι τα δύο τρίτα των Τούρκων δεν υποστήριζαν μια τουρκική επέμβαση στην Συρία.
 
Το τουρκικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) που βρίσκεται στην εξουσία από το 2002, αρχικά επεδίωκε μια πολιτική «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», η οποία προσπάθησε να καθιερώσει τη χώρα ως την οικονομική καρδιά μιας ολοένα και πιο διασυνδεδεμένης Μέσης Ανατολής. Αλλά οι εξελίξεις της Αραβικής Άνοιξης οδήγησαν την Τουρκία προς μια πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική. Το ΑΚΡ επέκρινε την απομάκρυνση του προέδρου της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι με το πραξικόπημα του 2013, απείλησε να ανατρέψει τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ λόγω της εκστρατείας της μαζικής σφαγής εναντίον των Σύριων ανταρτών και καταφέρθηκε εναντίον του πρώην Ιρακινού πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι για την κακομεταχείριση του σουνιτικού πληθυσμού του Ιράκ. Αν και αυτές οι κινήσεις είχαν μια ορισμένη ηθική δύναμη, ιδίως μεταξύ των Σουνιτών της περιοχής, οδήγησαν την Τουρκία στο κέντρο της περιφερειακής κρίσης, από το οποίο η κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να αποστασιοποιηθεί. Τα πρώτα σημάδια της αλλαγής προσέγγισης της Τουρκίας ήρθαν τον Ιούνιο του 2016, όταν εξομάλυνε τις σχέσεις με την Ρωσία ζητώντας συγνώμη για την κατάρριψη το 2015 ενός ρωσικού μαχητικού, που είχε εισβάλλει στον τουρκικό εναέριο χώρο από την βόρεια Συρία.
 
Τον ίδιο μήνα, η Τουρκία συμβιβάστηκε με το Ισραήλ επαναλαμβάνοντας τις διπλωματικές σχέσεις μετά από ένα πάγωμα έξι ετών, μετά την επίθεση του Ισραήλ το 2010 σε ένα στολίσκο βοήθειας με προορισμό την Γάζα, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο πολλών Τούρκων ακτιβιστών.
 
Η Τουρκία επίσης αποστασιοποιήθηκε από την έντονη αντίθεσή της ως προς το καθεστώς Άσαντ στην Συρία. Πρόσφατα, η πολιτική της στη χώρα έχει επικεντρωθεί στο να προλάβει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης και ενιαίας κουρδικής περιοχής στη βόρεια Συρία αντί για, όπως έκανε παλαιότερα, να βοηθήσει τους αντάρτες που μάχονται τον Άσαντ να διατηρήσουν μια θέση στο Χαλέπι. Στην τελευταία της προσπάθεια να ξαναπάρει τη συριακή πόλη αλ-Μπαμπ από το ISIS εξάλλου, η Τουρκία έχει αποδεχθεί την αεροπορική υποστήριξη του βασικού συμμάχου του Άσαντ, της Ρωσίας, ενώ επέκρινε δριμύτατα δημοσίως τον παραδοσιακό σύμμαχό της στην Συρία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, για έλλειψη βοήθειας.
 
Περισσότερο δραματικά απ’ όλα, η Τουρκία, μαζί με τους Ρώσους και το Ιράν, βοήθησαν να διαμορφωθεί μια κατάπαυση του πυρός στην Συρία –χωρίς την συμμετοχή των ΗΠΑ- τις τελευταίες ημέρες του 2016 και μεσολάβησε για συνομιλίες μεταξύ μαχητών της αντιπολίτευσης και της συριακής κυβέρνησης στην πρωτεύουσα του Καζακστάν, Αστάνα. Παρά το γεγονός ότι η κατάπαυση του πυρός έχει καταρρεύσει σε πολλούς τομείς και οι συνομιλίες σημείωσαν μικρή ουσιαστική πρόοδο, οι κινήσεις αποτελούν μια ανανεωμένη τουρκική αποδοχή του κύρους της Ρωσίας στη συριακή σύγκρουση.
 
Οι μπελάδες στην οικονομία
 
Το εθνικό νόμισμα της Τουρκίας άρχισε να τελεί υπό ασφυκτικές πιέσεις ήδη μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου. Η αβεβαιότητα που προκαλούν οι παρούσες πολιτικές εξελίξεις ήρθαν να εντείνουν ακόμη περισσότερο το γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας. Και αυτό επηρεάζει και την προσέλκυση επενδύσεων.Αυτό που τρομάζει περισσότερο δυνητικούς επενδυτές είναι ένας απρόβλεπτος αρχηγός κράτους που θα αποφασίζει κατά το δοκούν. Και αυτό ασκεί ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις στη λίρα. Η κεντρική τράπεζα επιχείρησε να αντιδράσει, επιτρέποντας στις εγχώριες τράπεζες να πουλήσουν μεγαλύτερες ποσότητες δολαρίων απ' ό,τι συνήθως. Υψηλότερα βασικά επιτόκια όμως θα φέρουν σε ακόμη μεγαλύτερη θέση τη δοκιμαζόμενη τουρκική οικονομία. Για τον λόγο αυτό , ο Ερντογάν πιέζει τις  εμπορικές τράπεζες να αυξήσουν τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα, ώστε να  αποτρέψει την στασιμότητα. Επίσης προσπαθεί να στρέψει την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας σε μία πιο χαλαρή νομισματική πολιτική με μειωμένα- για κάποιο διάστημα- επιτόκια θεωρώντας ότι με τον τροπο αυτό θα στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Την ίδια ώρα η Τουρκία αντιμετωπίζει ένα χρόνιο έλλειμμα του εμπορικού της ισοζυγίου. Αυτό την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη όταν υποχωρεί η αξία της λίρας καθώς οι εισαγωγές γίνονται ακριβότερες. Αυτό οδηγεί με τη σειρά του σε αύξηση του πληθωρισμού . Πρακτικά αυτό σημαίνει για τους καταναλωτές μικρότερη αγοραστική δύναμη, με τα ίδια χρήματα στο πορτοφόλι δηλαδή μπορούν να αγοράζουν λιγότερα προϊόντα.
Ακόμη και πριν τα οικονομικά δεινά αρχίσουν να δημιουργούν το κόστος τους, μια δημοσκόπηση του 2012 διαπίστωνε ότι τα δύο τρίτα των Τούρκων δεν υποστήριζαν μια τουρκική επέμβαση στην Συρία. Και ο προβηματισμός αυτός θα εντείνεται με την όξυνση των οικονομικών προβλημάτων. 
 
Ο αντιπερισπασμός και το αξιόμαχο του τουρκικού στρατού
 
O  τουρκικός στρατός εξακολουθεί να αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα, που έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει την ισορροπία των πολιτικών δυνάμεων. Αυτός ο θεσμός, που ιδρύθηκε το 1923 και αποτελεί το μακρινό κληρονόμο του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων το 1826, αποτελεί προπάντων μια ισχυρότατη στρατιωτική δύναμη. Με δύναμη 800.000 ανδρών (1.500.000 εάν συμπεριλάβουμε τους έφεδρους και τους εξομοιούμενους με στρατιωτικούς άνδρες των σωμάτων ασφαλείας), είναι ο όγδοος στρατός παγκοσμίως και ο δεύτερος στρατός του ΝΑΤΟ μετά τον αμερικανικό. Την εποχή του Ψυχρού Πολέμου θεωρούνταν «πρώτη γραμμή άμυνας» απέναντι στην ΕΣΣΔ και στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ενώ εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό στοιχείο του νατοϊκού συστήματος. Μονάδες του επεμβαίνουν ως ειρηνευτική δύναμη σε αρκετές χώρες (Αφγανιστάν, Σομαλία, Κόσσοβο…), αλλά και σταθμεύουν στην Βόρεια Κύπρο. Αρκετές είναι εξαιρετικά εμπειροπόλεμες λόγω των επιχειρήσεων που διεξάγουν από το 1994 ενάντια στο κουρδικό αντάρτικο. Τέλος και αυτό είναι λιγότερο γνωστό, ο τουρκικός στρατός (με προϋπολογισμό 25 δισ. δολαρίων, το 3% του ΑΕΠ) αποτελεί επίσης σημαντικότατο οικονομικό παράγοντα χάρη στην αμυντική βιομηχανία και στις διάφορες χρηματοοικονομικές του οντότητες (συνταξιοδοτικά ταμεία, τράπεζες, ιδρύματα…).
 
Ωστόσο, μερικούς μήνες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα πολλά ερωτήματα. Ο Ερντογάν θριάμβευσε και επιδόθηκε σε μια ευρύτατη επιχείρηση εκκαθάρισης του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας, στοχοποιώντας κυρίως το κίνημα Γκιουλέν, του οποίου ο ιδρυτής αρνείται κάθε ανάμειξη. Έχουν συλληφθεί σχεδόν 9.000 υπάλληλοι του Υπουργείου Άμυνας (ανάμεσά τους 1.099 αξιωματικοί, στους οποίους περιλαμβάνονται 149 στρατηγοί και ναύαρχοι) και η κυβέρνηση έχει επεκτείνει τις κυρώσεις σε χιλιάδες δικαστές, εκπαιδευτικούς και δημοσιογράφους. Η ανασύνταξη του στρατού συνεχίζεται σε μια συγκυρία όπου οι ένοπλες δυνάμεις επεμβαίνουν σε δύο γειτονικά θέατρα επιχειρήσεων (Βόρεια Συρία και Κουρδιστάν). Με το 91 σελίδων νομοθετικό διάταγμα της 30-7-2016, οι ένοπλες δυνάμεις υπάγονται στο εξής στο Υπουργείο Άμυνας και όχι στο Γενικό Επιτελείο. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός μπορούν να δίνουν άμεσα διαταγές στους αρχηγούς του στρατεύματος και να τους ζητούν πληροφορίες. Σημειώθηκαν ανατροπές στην αλυσίδα της διοίκησης, καθώς μια εντολή της πολιτικής ηγεσίας μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την έγκριση του Γενικού Επιτελείου. Το κλείσιμο όλων των στρατιωτικών σχολών και η μη τοποθέτηση σε μονάδες των αποφοίτων τους, αποδεικνύουν την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να συνεχίσει την προσπάθειά της να ελέγξει τον στρατό, μέχρις ότου παραλάβει τη σκυτάλη το Στρατιωτικό Πανεπιστήμιο που θα ιδρυθεί σύντομα. Η πρόσληψη επαγγελματιών στρατιωτών που είχε εξαγγελθεί πριν το καλοκαίρι –και είχε θεωρηθεί αντισυνταγματική από μερίδα της αντιπολίτευσης– αποσκοπεί στο να μην εμπλέκονται πλέον κληρωτοί στις πολεμικές επιχειρήσεις (κυρίως στο Κουρδιστάν), αλλά και στην καθιέρωση περισσότερο αυστηρών κριτηρίων κατά τη στρατολόγηση.