4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Οι οικονομικές κρίσεις και υγεία: Ενα επαναλαμβανόμενο -από το 1929-Ολοκαύτωμα

Οι οικονομικές κρίσεις και υγεία: Ενα επαναλαμβανόμενο -από το 1929-Ολοκαύτωμα
Τα νοσοκομεία στην Ελλάδα βρίσκονται σε κακή κατάσταση, έχοντας πληγεί από χρόνια λιτότητας . Από τότε που η ελληνική οικονομική κρίση ξεκίνησε το 2009, ο προϋπολογισμός υγειονομικής περίθαλψης της χώρας έχει μειωθεί κατά το ήμισυ . Είκοσι χιλιάδες Έλληνες γιατροί έχουν εγκαταλείψει την χώρα από τότε, και υπάρχει χρηματοδότηση για να αντικαθίσταται μόνο ένας από κάθε πέντε που συνταξιοδοτούνται.Η υγεία του ελληνικού λαού έχει ήδη επιδεινωθεί. Μεταξύ του 2008 και του 2010, το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας στην χώρα αυξήθηκε κατά περισσότερο από 40%, και οι νέες μολύνσεις από HIV στους χρήστες ενέσιμων ναρκωτικών αυξήθηκαν από λιγότερες από 50 την περίοδο 2008-2010 σε σχεδόν 800 την περίοδο 2011-2012. 
 
Η πραγματικότητα είναι ότι η κατάρρευση των συστημάτων υγείας σε περιόδους οικονομικής κρίσης δεν ήταν ούτε καινούργια ανακάλυψη ούτε άγνωστη προοπτική. Ιστορικά,η υγεία ήταν το πρώτο θύμα της ύφεσης. η Μεγάλη Ύφεση του 1929, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας στις ΗΠΑ. Οι δημόσιες πολιτικές απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της ανεργίας στην παιδική και μητρική υγεία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Η παροχή προνοιακών υπηρεσιών στις εγκύους και τις θηλάζουσες μητέρες δεν αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης, όπως φαίνεται από την αύξηση της μητρικής θνησιμότητας . Επιπροσθέτως, εφαρμόστηκαν πολιτικές που αποσκοπούσαν στην περικοπή των προϋπολογισμών υγείας, στη μείωση του ανθρώπινου δυναμικού στις υπηρεσίες υγείας ενώ καταγράφηκε και ο περιορισμός προγραμμάτων όπως για παράδειγμα των εκστρατειών πρόληψης κατά της διφθερίτιδας και του τυφοειδούς πυρετού .
 
Η ύφεση στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε σοβαρές συνέπειες για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Τα Προγράμματα Διαρθρωτικής Προσαρμογής που εφαρμόστηκαν στα κράτη τα οποία δανείστηκαν από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην τομέα της υγείας. Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και η έμφαση στον περιορισμό του κόστους, κατέστησαν τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας απρόσιτες για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε περαιτέρω με την αύξηση της εξάρτησης των τομέων υγείας των δανειζόμενων χωρών από την εξωτερική υποστήριξη .
 
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κατά τη μετάβασή τους από ένα σύστημα κρατικά διευθυνόμενης οικονομίας προς μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς, πολλές από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υιοθέτησαν μια διαδικασία άμεσων και ταχύρυθμων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η οποία έγινε γνωστή ως «θεραπεία-σοκ» . Συνέπεια αυτής της στρατηγικής ήταν η υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας και η χειροτέρευση του επιπέδου υγείας των πληθυσμών, η οποία αντικατοπτρίστηκε στη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης και στην αύξηση της θνησιμότητας και της νοσηρότητας . Το μέσο προσδόκιμο επιβίωσης κατά τη γέννηση στις χώρες αυτές υπολειπόταν του αντίστοιχου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 5,5 έτη το 1990 και 5,9 έτη το 1998, ενώ η διαφορά ήταν ακόμα μεγαλύτερη μεταξύ Κοινότητας και χωρών της πρώην ΕΣΣΔ (7,2 έτη το 1990 και 10,2 το 1998) . Η ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη στις χώρες της πρώην Σοβιετικής ‘Ένωσης φαίνεται από το γεγονός ότι το προσδόκιμο επιβίωσης των ανδρών μεταξύ 1989 και 1994 μειώθηκε κατά τουλάχιστον 4 έτη. Στην περίπτωση της Ρωσίας η αντίστοιχη μείωση ήταν 6,8 έτη (από 64,2 έτη το 1989 σε 57,4 έτη το 1994) .
 
Η τελευταία μελέτη περίπτωσης για τη διερεύνηση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στον τομέα της υγείας είναι η κρίση των χωρών της Ανατολικής Ασίας που σημειώθηκε το 1997. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκείνη την περίοδο ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Αργεντινή και το Μεξικό, αντιμετώπιζαν επίσης προβλήματα ως προς τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα. Ανασκοπώντας τα δεδομένα για διάφορες χώρες διαπιστώνεται ότι στην Ινδονησία μεταξύ 1997 και 1999 υπήρξε μείωση κατά 20% της κατά κεφαλήν δαπάνης υγείας και κατά 25% των δημόσιων δαπανών υγείας. Η υποτίμηση της ρουπίας είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν ακόμα περισσότερο οι πραγματικές δημόσιες δαπάνες υγείας και η αγοραστική ικανότητα των νοικοκυριών. Μεταξύ 1996 και 1997 η πραγματική δαπάνη για φάρμακα μειώθηκε κατά 25%, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι τιμές των φαρμάκων κατά 170% λόγω της υποτίμησης του νομίσματος. Η χρήση των υπηρεσιών φροντίδας υγείας από παιδιά φτωχών οικογενειών μειώθηκε κατά 17% σε σύγκριση με μείωση 8% από αυτά των πλουσιότερων οικογενειών. Η εμβολιαστική κάλυψη έπεσε σχεδόν κατά 25% μεταξύ 1995 και 1999. Οι δείκτες χρήσης των υπηρεσιών υγείας από τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος μειώθηκαν από 26% έως 47%.
 
Κατά τη διετία 1997-1998, οι επισκέψεις σε δημόσιες υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής περίθαλψης μειώθηκαν κατά 25,4% και σε ιδιωτικές υπηρεσίες κατά 9%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και στα κρατικά έσοδα υπονόμευσε τη βιωσιμότητα των προσπαθειών της κυβέρνησης να εισάγει μεταρρυθμίσεις στο σύστημα υγείας . Παρόμοιες τάσεις σε σχέση με τις περικοπές των δαπανών για την υγεία και χαμηλότερη χρήση των υπηρεσιών υγείας παρατηρήθηκαν επίσης στην Κορέα , ενώ στην Ιαπωνία, το Χονγκ-Κόνγκ και την Κορέα σημειώθηκε αύξηση των αυτοκτονιών κατά 10.400 περιπτώσεις μεταξύ 1997-8 . Εξαίρεση αποτέλεσε η Μαλαισία, η οποία δεν εφάρμοσε τις συμβουλές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας για μείωση των δαπανών υγείας, με αποτέλεσμα να μην απαξιωθεί το σύστημα και το επίπεδο υγείας της όπως συνέβη στις παραπάνω χώρες .
 
Στη Λατινική Αμερική, η εμπειρία της Αργεντινής δείχνει ότι η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2001 επιδείνωσε τα προβλήματα του συστήματος υγείας. Οι γεωγραφικές ανισότητες στο επίπεδο υγείας, στην πρόσβαση και την χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας διευρύνθηκαν και το σύστημα υγείας έγινε πιο κατακερματισμένο και αναποτελεσματικό. Η ασφαλιστική κάλυψη για υγεία μειώθηκε δραστικά και η πρόσβαση στις υπηρεσίες περιορίστηκε, ιδιαίτερα για τα φτωχότερα στρώματα, τα οποία υπέστησαν μείωση της ασφαλιστικής τους κάλυψης τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτή των μη φτωχών.
Η κρίση έπληξε επίσης την αποτελεσματικότητα προγραμμάτων και υπηρεσιών δημόσιας υγείας υψηλής προτεραιότητας και επιδείνωσε την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση πολλών ασφαλιστικών φορέων και προμηθευτών υπηρεσιών υγείας, αυξάνοντας έτσι τα ελλείμματα του υγειονομικού τομέα. Επιπροσθέτως, η συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας μειώθηκε από 669 δολάρια ΗΠΑ το 1997 σε 242 δολάρια το 2002 . Στο Μεξικό, η κρίση του 1995-6 μείωσε το εισόδημα και τους πόρους που μπορούσαν να διατεθούν για προϊόντα που βελτιώνουν ή διατηρούν την υγεία, όπως οι άμεσες πληρωμές για αγορά υπηρεσιών υγείας ή τροφίμων. Επίσης, συνέτεινε στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών υγείας και συνεπώς επηρέασε αρνητικά τις κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται άμεσα από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του ποσοστού θνησιμότητας κατά 5-6% για τον πληθυσμό ηλικίας 60 ετών και άνω και κατά 7% για τα παιδιά ηλικίας 0-4 ετών, σε σύγκριση με την αναμενόμενη κατάσταση με βάση τις τάσεις που εμφανίζονταν προ κρίσης .