4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Ο Τράμπ είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ

Ο Τράμπ είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Το 1973, ο ιστορικός Arthur Schlesinger ο νεώτερος, δημοσίευσε το βιβλίο The Imperial Presidency (Η Αυτοκρατορική Προεδρία), που περιγράφει λεπτομερώς την βαθμιαία επικράτηση του προέδρου έναντι του Κογκρέσου τις δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Ιδρυτές [του αμερικανικού έθνους] ανέθεσαν στο Κογκρέσο πολυάριθμες εξουσίες εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να κηρύττει τον πόλεμο και να ρυθμίζει το εξωτερικό εμπόριο. Όμως, ο Schlesinger απέδειξε ότι οι ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου, μαζί με τον συνταγματικό ορισμό του προέδρου ως αρχιστράτηγου και την προθυμία του νομοθέτη να μεταβιβάσει την εξουσία στον εκτελεστικό κλάδο για τις εξωτερικές υποθέσεις, επέτρεψαν στον πρόεδρο να χρησιμοποιήσει βία με λίγους περιορισμούς σε όλο τον κόσμο. Αυτή η τάση κορυφώθηκε με το Ψήφισμα για τον Κόλπο του Tonkin (1964 Gulf of Tonkin Resolution) το 1964, το οποίο έδωσε στον πρόεδρο Lyndon Johnson σχεδόν απεριόριστη εξουσία να χρησιμοποιήσει βία στη Νοτιοανατολική Ασία και είχε ως αποτέλεσμα την ιστορική τραγωδία στο Βιετνάμ.
 
Καθώς ο πόλεμος του Βιετνάμ τελείωνε, και η προεδρία του Ρίτσαρντ Νίξον εισερχόταν σε ταραγμένα νερά εγχωρίως, το Κογκρέσο προσπάθησε να επιβεβαιώσει εκ νέου τα προνόμιά του για την εξωτερική πολιτική. Το 1973, ψήφισε την Απόφαση για τις Εξουσίες του Πολέμου (War Powers Resolution, WPR), η οποία υποχρέωνε τον πρόεδρο να ειδοποιεί το Κογκρέσο σχετικά με την διαταγή στρατευμάτων να πολεμήσουν, και να ζητά άδεια για χρήση στρατιωτικής δύναμης (authorization for use of military force, AUMF) εάν τα στρατεύματα αυτά παραμείνουν αναπτυγμένα για περισσότερο από 60 ημέρες (με την δυνατότητα μιας περιόδου 30 ημερών για αποχώρηση). Ο Νίξον άσκησε βέτο στο ψήφισμα, αλλά το Κογκρέσο υπερίσχυσε του βέτο του. Έναν χρόνο αργότερα, η προεδρία του Νίξον τελείωσε ατιμωτικά και το 1975 η Γερουσία προχώρησε σε περαιτέρω περιορισμό της εκτελεστικής εξουσίας καθιερώνοντας αυτό που θα έμενε γνωστό ως Επιτροπή Τσερτς (Church Committee) από το όνομα του προέδρου της, τον Δημοκρατικό Γερουσιαστή Frank Church από το Αϊντάχο, για να εντοπίζει τις καταχρήσεις που διαπράττουν η CIA, το FBI, η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (National Security Agency, NSA) και η εφορία (Internal Revenue Service, IRS). Στην συνέχεια, το 1978, το Κογκρέσο ψήφισε τον νόμο για την Επιτήρηση των Εξωτερικών Πληροφοριών (Foreign Intelligence Surveillance Act), ο οποίος απαιτούσε από τον εκτελεστικό κλάδο να ζητά εντάλματα από το νεοσυσταθέν δικαστήριο FISA για παγιδεύσεις τηλεφώνων και άλλες δραστηριότητες παρακολούθησης.
 
Αλλά ο Λευκός Οίκος αντιστάθηκε στις προσπάθειες του Κογκρέσου στις δεκαετίες που ακολούθησαν και οι αποφάσεις του ομοσπονδιακού δικαστηρίου υπονόμευσαν περαιτέρω τις νομοθετικές προσπάθειες για την αναχαίτιση της εκτελεστικής εξουσίας. Μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1983 αποδυνάμωσε μια βασική διάταξη της WPR που είχε εξουσιοδοτήσει το Κογκρέσο να αναγκάσει μονομερώς τον πρόεδρο να αποσύρει στρατεύματα από στρατιωτικές συγκρούσεις στο εξωτερικό. Και όταν οι νομοθέτες μήνυαν την διοίκηση για εικαζόμενες παραβιάσεις του WPR, τα δικαστήρια συνήθως απέρριπταν τις υποθέσεις για διαδικαστικούς λόγους ή διαπίστωναν ότι τα θέματα ήταν πολιτικά και όχι δικαστικά. Με τον τρόπο αυτό, τα δικαστήρια κατέστησαν σαφές ότι δεν είχαν την πρόθεση να εκδικάσουν τις διαφωνίες μεταξύ των κλάδων [κρατικής εξουσίας] σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της WPR. Ως αποτέλεσμα, οι πρόεδροι ήταν ελεύθεροι να αγνοήσουν τον νόμο ή να τον αντιμετωπίσουν ως αντισυνταγματικό, πλεονεκτήματα που μόνο αυξήθηκαν με την πάροδο του χρόνου.
 
Εάν ο Ψυχρός Πόλεμος οδήγησε στην άνοδο της αυτοκρατορικής προεδρίας, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου άφησε το αξίωμα σχεδόν χωρίς περιορισμούς  στο εξωτερικό. Χωρίς ανταγωνισμό [κάποιας άλλης] μεγάλης δύναμης για να εστιάσει την προσοχή του κοινού, το Κογκρέσο στράφηκε προς το εσωτερικό. Οι ψηφοφόροι δεν φαινόταν πλέον να εκτιμούν την εξειδίκευση στις εξωτερικές υποθέσεις, επομένως τα νέα μέλη [του Κογκρέσου] ήταν λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν σχετική επάρκεια. Κορυφαίες επιτροπές της Γερουσίας όπως των Εξωτερικών Σχέσεων και εκείνη για τις Ένοπλες Υπηρεσίες πραγματοποιούσαν ολοένα και λιγότερες ακροάσεις, περιορίζοντας έτσι την άμεση νομοθετική εποπτεία του εκτελεστικού κλάδου.
 
Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου έστρεψαν την προσοχή στην εξωτερική πολιτική, αλλά μόνο επιτάχυναν την τάση για αύξηση των πολεμικών εξουσιών του προέδρου. Το Κογκρέσο ενέκρινε την χρήση στρατιωτικής βίας ενάντια στους υπεύθυνους για τις επιθέσεις, αλλά η ίδια AUMF χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει σχεδόν δύο δεκαετίες στρατιωτικής ή σχετικής δράσης σε τουλάχιστον 14 χώρες. (Το Κογκρέσο ψήφισε μια ξεχωριστή AUMF το 2002, εγκρίνοντας τον πόλεμο στο Ιράκ). Αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενεπλάκησαν σε μια νέα στρατιωτική προσπάθεια στο Ιράκ και την Συρία για να καταπολεμήσουν την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους, γνωστού και ως ISIS, αλλά υπήρξε λίγη όρεξη στο Κογκρέσο για την επικαιροποίηση των AUMF. Ως αποτέλεσμα, και οι δύο εξουσιοδοτήσεις παραμένουν στα βιβλία για να τις επικαλεσθεί ο πρόεδρος. Πράγματι, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Robert O'Brien, ισχυρίστηκε  ότι η AUMF του 2002 έδωσε στον Trump την εξουσία να σκοτώσει τον Soleimani.