4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Ο κορονοϊός άλλαξε την ΕΕ

Ο κορονοϊός άλλαξε την ΕΕ
Η ΕΕ δεν είχε ποτέ προηγουμένως αποκτήσει τέτοιες εξουσίες. Η διαδικασία εναρμόνισης της Ευρώπης και δημιουργίας μιας ισχυρότερης ομοσπονδιακής δομής έχει προκύψει αποσπασματικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με σημαντικές προόδους που ακολουθούνται από μεγάλες περιόδους στασιμότητας. Από τότε που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία έθεσε τους κανόνες για την ΕΕ, η Ευρώπη είχε κολλήσει με ένα υβριδικό πολιτικό σύστημα -λίγο ομοσπονδιακό κράτος, λίγο πολυμερής οργανισμός. Όπου η ΕΕ ενδυναμωνόταν, οι Βρυξέλλες παρουσιάζονταν ως παγκόσμιος παράγοντας -για παράδειγμα, στην ρύθμιση των παγκόσμιων αγορών. Όπως υποστήριξε ο Anu Bradford της Νομικής Σχολής του Columbia , η τεράστια οικονομία και η βάση καταναλωτών της ΕΕ τής δίνουν την δύναμη να καθορίζει πρότυπα για αγορές σε όλο τον κόσμο. Όμως, όπου η ΕΕ πρέπει να επιδιώξει συναίνεση από τα κράτη-μέλη της, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής πολιτικής, ήταν χωλαίνουσα συνεχώς.
 
Η συμφωνία για το πακέτο της ανάκαμψης άνοιξε ένα νέο σύνολο δυνατοτήτων. Αντιμέτωποι με μια οικονομική κρίση επικών διαστάσεων, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ξαφνικά φαίνονται πρόθυμοι να σπρώξουν τα όρια των εξουσιών των Βρυξελλών, ίσως μέσω της επανερμηνείας των κανόνων της ΕΕ. Ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ ζητούν να απορριφθεί η απαίτηση για ομοφωνία στις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής υπέρ της «ειδικής πλειοψηφίας». Όπως εξήγησε ο Josep Borrell, επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, «θα ήταν καλύτερα να υιοθετήσουμε μια ισχυρή και ουσιαστική θέση με πλειοψηφία, παρά ομοφώνως να υιοθετήσουμε μια αδύναμη θέση με ελάχιστη ουσία». Μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε την ομόφωνη συμφωνία των κρατών-μελών της ΕΕ -ένα απίθανο αποτέλεσμα αυτή την στιγμή. Ωστόσο, η πανδημία COVID-19 έδωσε νέα ζωή στην γαλλο-γερμανική συμμαχία , η οποία υποστηρίζει ιστορικά μια ισχυρότερη ΕΕ. Εάν η ΕΕ, παρεμποδισμένη από το υβριδικό της σύστημα, δεν μπορεί να σφυρηλατήσει μια ισχυρότερη και πιο συνεκτική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική, οι ηγέτες της ΕΕ -ειδικά οι Γάλλοι και οι Γερμανοί- θα κάνουν έκκληση για μεταρρύθμιση πιο ηχηρά από ποτέ.
Η γεωπολιτική αφύπνιση της Ευρώπης δεν έχει προκύψει τελείως από το πουθενά. Καθώς η αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας εντατικοποιήθηκε κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, η Ευρώπη άρχισε να προσαρμόζει προσεκτικά την προσέγγισή της σε έναν κόσμο που ορίζεται όλο και περισσότερο από τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να συζητά την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» , η οποία καλεί την Ευρώπη να υπερασπιστεί την κυριαρχία της και να προωθήσει τα συμφέροντά της ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως, εν μέσω μιας πανδημίας, η στρατηγική αυτονομία μοιάζει λιγότερο με μια ιδέα για συζήτηση μεταξύ των ηγετών της ΕΕ και περισσότερο σαν μια επείγουσα πολιτική που θα θεσπιστεί. Αντί να κοιτάζουν για παγκόσμια ηγεσία προς έναν Αμερικανό σύμμαχο που έχει γίνει καταχρηστικός υπό τον Τραμπ ή προς μια ολοένα και πιο επιθετική Κίνα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκουν ότι πρέπει να κοιτάξουν προς την Ευρώπη.
 
Μέρος αυτής της αλλαγής οφείλεται στην καταστροφική αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών στην COVID-19 και στην ταυτόχρονη διάχυση φυλετικών εντάσεων στους δρόμους τους. Η ευρωπαϊκή υποστήριξη στην διατλαντική συμμαχία είχε ήδη διολισθήσει ως αποτέλεσμα των υπερβολών του αμερικανικού «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», της κακοφτιαγμένης εισβολής στο Ιράκ και της οικονομικής κρίσης του 2008. Ωστόσο, οι πρόσφατες αποτυχίες της κυβέρνησης Τραμπ θέτουν βαθύτερα ερωτήματα σχετικά με την βασική ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να κυβερνώνται. Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούν ότι ακόμα κι αν ο πρώην αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν κερδίσει τον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι τόσο πολύ απασχολημένες με εσωτερικές προκλήσεις ώστε η Ευρώπη ίσως να μην μπορεί να εξαρτάται από την παγκόσμια ηγεσία των ΗΠΑ.
 
Ωστόσο, η μετατόπιση των προοπτικών της Ευρώπης είναι επίσης μια απάντηση στην Κίνα. Η Ευρώπη έβλεπε από καιρό την Κίνα κυρίως μέσω του οικονομικού πρίσματος. Ήλπιζε ότι η ανοικτότητα και το εμπόριο θα οδηγούσαν σε πολιτικό φιλελευθερισμό και ακόμη και σε εκδημοκρατισμό στην Κίνα. Αλλά καθώς η οικονομία της Κίνας άνθιζε, η πολιτική της περιοριζόταν περαιτέρω. Η ανοικτότητα αποδείχθηκε μονόδρομος, προκαλώντας απογοήτευση για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της Κίνας  στην Ευρώπη, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πανδημία έστρεψε αποφασιστικά την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εναντίον της Κίνας. Το Πεκίνο προσπάθησε να συγκαλύψει την προέλευση του ιού, και μόλις πήρε τον έλεγχο της νόσου εγχωρίως, ξεκίνησε μια επιθετική εκστρατεία διπλωματίας του «λύκου πολεμιστή» (“wolf warrior” diplomacy) που ανησύχησε και αποξένωσε τους Ευρωπαίους.