4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Το τέλος της Παιδείας

Το τέλος της Παιδείας
Στην  Έκθεση Πισσαρίδη σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της Εκπαίδευσης η «ανάπτυξη» συνδέεται με την καλλιέργεια δεξιοτήτων στα μέτρα των αναγκών των επιχειρήσεων, ενώ για τη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, σημειώνεται πως είναι «εξαιρετικά συγκεντρωτικό» «και η αυτονομία των εκπαιδευτικών μονάδων όλων των βαθμίδων είναι εξαιρετικά περιορισμένη». 
 
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται «μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση στις επιμέρους μονάδες, με αντίστοιχη ισχυροποίηση της διοίκησης των τελευταίων», «αξιολόγηση τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική», και «μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Τοπική Διοίκηση, όπως η διαχείριση του κύριου και βοηθητικού προσωπικού των σχολικών μονάδων». Καλεί ακόμη σε στροφή στην Επαγγελματική Εκπαίδευση, με βελτίωση της ελκυστικότητάς της, με συνεργασία του υπουργείου Παιδείας με τους κοινωνικούς εταίρους και τις τοπικές κοινωνίες, κάτι που δρομολογείται με το νομοσχέδιο που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα.
 
Παράλληλα η επιτροπή εισηγείται την αναδιοργάνωση – αναμόρφωση της αρχικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών (κατά προτίμηση σε δεύτερο κύκλο σπουδών που να καταλήγει σε αναβαθμισμένο πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας), ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.
 
Η επιτροπή Πισσαρίδη προτείνει επίσης συγχωνεύσεις  σχολείων και  δημιουργία μεγαλύτερων εκπαιδευτικών μονάδων, χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων σε συνάρτηση με την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων.
 
Για την Ανώτατη Εκπαίδευση προτείνεται ανασχεδιασμός του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά και των προγραμμάτων σπουδών, «με ενίσχυση κατευθύνσεων και ειδικοτήτων σε γνωστικά αντικείμενα όπου αναμένεται σημαντική αύξηση της ζήτησης στην αγορά εργασίας», χρηματοδότηση ΑΕΙ με ανταποδοτικά κριτήρια και στροφή των ΑΕΙ σε προγράμματα δια βίου μάθησης σε συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα.
 
Παράλληλα προτείνεται να είναι αρμοδιότητα των Πανεπιστημίων τα κριτήρια εισαγωγής των υποψηφίων και ο αριθμός εισακτέων, να υπάρχει τέλος επανεγγραφής (δίδακτρα) για όσους φοιτητές παρατείνουν τις σπουδές τους, και συγκέντρωση των πανεπιστημίων σε μεγαλύτερες μονάδες.
 
Όποιος παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εκπαιδευτικές κατευθύνσεις των κυρίαρχων εκπαιδευτικών πολιτικών, τα τελευταία τουλάχιστόν 10 χρόνια διαπιστώνει εύκολα ότι η Έκθεση Πισσαρίδη έρχεται για να «πιλοτάρει» τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες του κυβερνώντος κόμματος, κοντολογίς, δεν είναι παρά μια προσπάθεια νομιμοποίησης και πριμοδότησης (με το φωτοστέφανο του νομπελίστα Καθηγητή) του εκπαιδευτικού προγράμματος της Ν.Δ.
 
Και επειδή δεν είμαστε ούτε λωτοφάγοι ούτε άδικοι θυμίζουμε ότι αρκετές από τις παραπάνω προτάσεις περιέχονται και στο Πόρισμα της επιτροπής Αντώνη Λιάκου το 2016, πλευρές του οποίου νομοθετήθηκαν την περίοδο 2017-2019 από τον Κ. Γαβρόγλου.
 
Oι στοχεύσεις της έκθεσης Πισσαρίδη αφορούν στις «ρίζες» του εκπαιδευτικού συστήματος
Η λεγόμενη αυτονομία της σχολικής μονάδας, η διαφοροποίηση στο ίδιο το περιεχόμενο του σχολείου, η μετατροπή των σχολείων σε οικονομικές μονάδες που θα προσπαθούν να εξασφαλίσουν το ψωμί τους μόνες τους (προφανώς από τους γονείς ή από κάποιους χορηγούς), η λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή» του διδακτικού προσωπικού (που σημαίνει εδραίωση μηχανισμών ρουσφετιού), μαζί με την ενίσχυση του ρόλου της γονεϊκής επιλογής, της δυνατότητας δηλαδή των γονιών να επιλέξουν σχολείο, αποτελούν τη χημεία της αποδόμησης του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος.
Παράλληλα, η ανάθεση μεγάλου μέρους της ευθύνης για τη χρηματοδότηση, τη λειτουργία, τους προσανατολισμούς κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στους εκπαιδευόμενους, στους γονείς, στην «τοπική κοινωνία» και στους «παραγωγικούς φορείς» είναι φανερό ότι καλλιεργεί την τάση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να υποχωρήσουν στις απαιτήσεις των «πελατών», αφού η συντήρηση ή η ανάπτυξή τους εξαρτάται άμεσα από τη «ζήτηση» των εκπαιδευτικών «προϊόντων» τους. Η παιδαγωγική και η διδακτική οδηγούνται στο να υποταχθούν σε μια νέα αντίληψη, που έχει σχέση περισσότερο με την επιχειρηματική λογική, αφού το σχολείο θα λειτουργεί με κριτήριο την εξεύρεση κονδυλίων και πρέπει να προσαρμόζει τη λειτουργία του σ' αυτήν την προοπτική. Στο όνομα του «αποτελεσματικού σχολείου» και του ανταγωνισμού με βάση τα κριτήρια της αγοράς, είναι ορατός ο κίνδυνος δημιουργίας σχολείων πολλών και διαφορετικών ταχυτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία γκρίζων μορφωτικών ζωνών στις ήδη γκρίζες κοινωνικές περιοχές.
Η αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος είναι η βάση για τη ραγδαία μείωση της χρηματοδότησης και της διαφοροποιημένης λειτουργίας των σχολικών μονάδων με βάση τις διαφοροποιημένες ανάγκες και οικονομικές δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών.
Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση είναι το στρατηγικό εργαλείο για την ένταση του καθεστώτος χειραγώγησης και ομηρίας των εκπαιδευτικών και δραστικής ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Είναι φανερό ότι η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων κι οι διαφορετικές επιδόσεις των σχολείων στη βάση μετρήσιμων δεικτών, θα συμβάλουν τάχιστα στην κατηγοριοποίησή τους, ενώ η σχεδιαζόμενη «άρση των γεωγραφικών ορίων» και η «ελεύθερη επιλογή σχολείου», δημόσιου και ιδιωτικού,  που εισάγεται στα κείμενα που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα,  θέλει να σπρώξει τα δημόσια σχολεία σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό προς «άγραν πελατών», από την οποία θα συναρτούν τη χρηματοδότηση και τη συνέχιση της λειτουργίας τους.
Οι εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία» σημαίνουν την παράδοση της ανώτατης εκπαίδευσης στις βουλές και τους σχεδιασμούς των επιχειρήσεων, αλλά και την υποχρέωση των φοιτητών να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους. Τα Πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους, κρατώντας από τη μια τον δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του υπουργείου Παιδείας, τα Πανεπιστήμια θα αναγκαστούν να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
Το βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης», είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Ωστόσο οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων που συνδέονται με το σύστημα αξιολόγησης.
ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Συντακτών