4news-front

  • Έρευνα του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας δείχνει ότι τα παιδιά εύπορων και μορφωμένων γονέων έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και καλύτερες επιδόσεις στα τεστ νοημοσύνης από
  • Μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Κομισιόν ενέκρινε το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό της πλαστικής σακούλας, η οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για το
  • Η Σιγκαπούρη είναι η πιο ακριβή πόλη του κόσμου. Οφείλει τον τίτλο, κυρίως, στο κόστος κατοικίας, αφού το ενοίκιο μίας γκαρσονιέρας στο κέντρο ξεπερνά τα €2.500 ($ 3.027),
  • Πόσο εύκολα μπορούμε να αντισταθούμε σε ντόνατς, τούρτες, πάστες και γενικά στα γλυκίσματα;Όσοι μπορούν είναι τυχεροί.   Οι υπόλοιποι πρέπει να το ξανασκεφτούν, όταν θα

Ενας θρύλος έφυγε απο κοντά μας

Ενας θρύλος έφυγε απο κοντά μας

Απεβίωσε σε ηλικία 71 ετών ο διάσημος αμερικανός μουσικός, Λου Ριντ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Rolling Stone, τα αίτια του θανάτου του δεν έχουν γίνει γνωστά, ωστόσο σημειώνεται ότι ο διάσημος μουσικός είχε κάνει μεταμόσχευση ήπατος τον Μάιο. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε ο ατζέντης του στο NBC News.

Ρόκερ, συνθέτης, τραγουδιστής και κιθαρίστας. Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1943 στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, με το όνομα Λούις Άλεν Ριντ. Από παιδί ονειρευόταν να παίξει μια μέρα rock and roll. Πριν ενηλικιωθεί ακόμα, έμαθε να παίζει κιθάρα, συμμετείχε σε διάφορες σχολικές ροκ μπάντες, ενώ είχε προλάβει να κάνει και την πρώτη του ηχογράφηση.Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, το 1964, έπιασε δουλειά ως συνθέτης στη δισκογραφική εταιρία Pickwick Records. Το γράψιμο τραγουδιών, όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρεύτηκε. Έτσι, την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τον συνάδελφό του, Τζον Κέιλ, ένα συγκρότημα, το οποίο με την πάροδο του χρόνου μετεξελίχθηκε στους «Velvet Underground».

Η συνάντησή τους με τον Άντι Γουόρχολ ήταν καθοριστική. Ο «πάπα» της ποπ-αρτ τους πήρε μαζί του για ένα σόου πολυμέσων και περιόδευσαν σ' όλη την Αμερική και τον Καναδά, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές.Μέσα σε τέσσερα χρόνια, οι «Velvet Underground» κυκλοφόρησαν ισάριθμους δίσκους. Έως τότε, τα αγαπημένα θέματα του Ριντ ήταν η κακόφημη γειτονιά του, τα ναρκωτικά και ο θάνατος. Μετά την αποχώρησή του, το 1970, ακολούθησε σόλο καριέρα και μετακόμισε στο Λονδίνο. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ντέιβιντ Μπάουι, ο οποίος ανέλαβε την παραγωγή στο πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο «Transformer» (1972). Ο δίσκος αυτός περιλαμβάνει και το πιο γνωστό τραγούδι του Ριντ, το «Walk on the Wild Side».

Στα μέσα της δεκαετίας του '80 αποφάσισε να κάνει μία στροφή, γράφοντας πιο ρυθμικά και αισιόδοξα τραγούδια. Το άλμπουμ του «The Bells» συγκρίθηκε από τους κριτικούς με τα κλασσικά «Astral Weeks» του Βαν Μόρισον και «Exile on Main Street» των Rolling Stones. Το 1993 ξαναβρέθηκε για τελευταία φορά με τα υπόλοιπα μέλη των «Velvet Underground», για μία ευρωπαϊκή περιοδεία.
Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από τρία άλμπουμ, με κορυφαίο το «Magic and Loss», δυνατές ζωντανές εμφανίσεις, την ερωτική του φιλία με την Λόρι Άντερσον, την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία και μια επίμονη μελέτη των έργων του Άλαν Πόε. Το 1996, το συγκρότημα Velvet Underground καταχωρήθηκε στο «Rock and Roll Hall of Fame».

Η δεκαετία του 2000 ξεκίνησε για τον Ριντ με το επιτυχημένο άλμπουμ «Ecstasy» και τρία χρόνια αργότερα επανήλθε στο προσκήνιο με το «The Raven», στο οποίο συμμετείχαν θρύλοι όπως ο Ορνέτ Κόλμαν, οι Blind Boys of Alabama, οι ηθοποιοί Στιβ Μπουσέμι, Ντάνιελ Νταφόε, Λόρι Άντερσον και ο ταχύτατα ανερχόμενος Άντονι. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε μια ανθολογία από το σύνολο του έργου του, με τον τίτλο «Lou Reed: New York Man», ενώ το 2004 κυκλοφόρησε το διπλό live άλμπουμ, με τίτλο «Animal Serenade».

Ο Ριντ έδειξε ενδιαφέρον για τα πολιτικά ζητήματα το 1986, όταν συμμετείχε στην περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας. Στο άλμπουμ του «New York», το 1989, αποδοκίμασε το έγκλημα, τα υψηλά ενοίκια, τον πολιτευόμενο ιεροκήρυκα Τζέσε Τζάκσον, τον γενικό γραμματέα του Ο.Η.Ε., Κουρτ Βάλντχαϊμ, ακόμη και τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Επίσης, συνδεόταν φιλικά με τον Τσέχο αντιφρονούντα συγγραφέα και πολιτικό Βάτσλαβ Χάβελ.